Το κοκόνι, ο πανέξυπνος, αξιαγάπητος, μικρός Έλληνας.


Το κοκόνι από την αρχαιότητα έως σήμερα, μας κρατά συντροφιά και μας κερδίζει με τον αξιαγάπητο χαρακτήρα του, την χαριτωμένη εμφάνισή του, το βολικό μέγεθος και την ομαλή συμβίωση με τα άλλα ζώα.
Είναι πανάρχαια φυλή, καθώς έχουν βρεθεί ίχνη στην εποχή του Λίθου, ενώ πολλές αναπαραστάσεις σε αγγεία, αγάλματα, ειδώλια και νομίσματα μαρτυρούν τη στενή σχέση του με την αρχαία ελληνική οικογένεια. Άλλωστε η αρχαιοελληνική ετυμολογία της λέξης «κοκόνι» σημαίνει «μικρός σκύλος του σπιτιού».
Τα χαρακτηριστικά του που το κάνουν αξιαγάπητο, αλλά και το βοήθησαν να επιβιώσει όλους αυτούς τους αιώνες είναι η ευστροφία του η προσαρμοστικότητά του, η εξυπνάδα, η πονηριά, το θάρρος και η ικανότητά του να ζει αρμονικά με τους ανθρώπους και τα υπόλοιπα ζώα.
Αν ενδιαφέρεστε να αποκτήστε ένα «κοκόνι», πρέπει να γνωρίζετε πως δεν πρόκειται για σκύλο αγκαλιάς. Μπορεί να ζήσει άνετα μέσα στο σπίτι, αλλά και στον κήπο. Έχει ανάγκη από άσκηση, τρέξιμο και συντροφιά. Είναι πανέξυπνο, στοργικό και αφοσιωμένο, εκπαιδεύεται εύκολα και δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις.
Το «κοκόνι» είναι ένα κομμάτι της ιστορίας μας και όπως όλες οι παραδοσιακές φυλές αξίζει να διασωθεί. Δεν έχει δημιουργηθεί από την επιλογή του ανθρώπου, αλλά από την επιλογή της φύσης που είναι σίγουρα πιο σοφή. Καλλιεργήθηκε, ανά τους αιώνες και προσαρμόστηκε στο κλίμα, το περιβάλλον και τις ανάγκες κάθε περιοχής.
Του αξίζει πραγματικά να αποκτήσει και πάλι τη θέση που είχε στην ελληνική οικογένεια, γιατί είναι σκυλάκι θησαυρός.

Γιώργος Τσέλλος


Ο ιδανικός δάσκαλος!



          

Ο ιδανικός δάσκαλος είναι εκείνος που γίνεται γέφυρα για να περάσει αντίπερα ο μαθητής του. Κι όταν πια του διευκολύνει το πέρασμα, αφήνεται χαρούμενα να γκρεμιστεί, ενθαρρύνοντας τον μαθητή του να φτιάξει δικές του γέφυρες.

Νίκος Καζαντζάκης

Απόψεις μαθητών, της Α Γυμνασίου, για τον Ιδανικό δάσκαλο:
 

    Ένας δάσκαλος για να είναι καλός, δεν πρέπει μόνο να παραδίδει σωστά το μάθημα και να βάζει καλούς βαθμούς. Κατά τη γνώμη μου πρέπει να έχει καλό, ευγενικό και το πιο σημαντικό ηθικό χαρακτήρα. Πρέπει να ενδιαφέρεται για τους μαθητές του, όχι μόνο για τα μαθήματα, αλλά και για την σωματική και ψυχική τους υγειά. Ο καλός ο δάσκαλος πρέπει να προβληματίζεται για τους μαθητές του και να συζητάει μαζί τους, εάν διαπιστώσει να υπάρχει κάποιο πρόβλημα
               Η γνώμη μου είναι, και πιστεύω ότι θα συμφωνήσετε και εσείς μαζί μου, πως μπορεί να κάνει πολλά δημιουργικά και εξωραϊστικά έργα με τα παιδιά του. Στις εκδρομές, μπορεί να τους λέει ιστορίες για τον τόπο τους, μύθους και παραδόσεις. Στο μάθημα, αν έχει τη διάθεση και ο ίδιος, μπορούν να διαβάζουν διάφορα παραθέματα και ιστορίες παράλληλα με το σχετικό μάθημα. Την ώρα των εικαστικών να φτιάχνουν ποικίλες κατασκευές, ώστε να τις πουλήσουν στο μπαζάρ της περιοχής τους και μάλιστα, στο μάθημα της μουσικής, αν έχει και ο ίδιος ο καθηγητής την δυνατότητα, θα μπορούσε να τους μάθει να τραγουδούν και να παίζουν κάποιο μουσικό όργανο, ώστε να άρουν μέρος σε έναν μαθητικό μουσικό διαγωνισμό. Τέλος, ο δάσκαλος ο στοργικός, πρέπει να μιλάει και να προβληματίζεται μαζί με τους γονείς των παιδιών του. Είναι πολύ σημαντικό να μπορεί να αναπτύξει μια ειλικρινή σχέση με τον κάθε γονιό, ώστε να κάνουν το παιδί έναν καλύτερο μαθητή και πάνω απ' όλα, έναν καλύτερο άνθρωπο. Έτσι λοιπόν, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο ιδανικός ο δάσκαλος είναι στοργικός και αγαπάει τους μαθητές του, όπως ένας γονιός το δικό του παιδί!
Πηνελόπη Μαστοροπούλου

Ένας ιδανικός δάσκαλος πρέπει να δίνει και να δέχεται αγάπη από όλα τα παιδιά. Πρέπει να έχει όρεξη για δουλειά αλλά και να τηρεί τις υποχρεώσεις του ως προς τους μαθητές. Προπάντων όμως πρέπει να αγαπάει τα παιδιά χωρίς να ξεχωρίζει κανέναν και πρέπει να τιμωρεί όσους το αξίζουν, αν κάνουν καμιά φασαρία, αν κοροϊδεύουν ή αν μιλούν άσχημα .
Όσο αφορά το θέμα της διδασκαλίας ένας δάσκαλος πρέπει να είναι δίκαιος. Στα διαγωνίσματα πρέπει να μην αδικεί κανέναν στη βαθμολογία αλλά και να μην βοηθάει κανέναν. Στο μάθημα της ημέρας πρέπει να εξετάζει όσους περισσότερους μπορεί, αλλά να μην φορτώνει υπερβολικά τα παιδιά με εργασίες για το σπίτι. Στο διάλειμμα πρέπει να υπάρχει ένας δάσκαλος για να επιτηρεί τα παιδιά.
Ως προσωπική μου άποψη ο ιδανικός δάσκαλος είναι αυτός που δείχνει ειλικρινή αγάπη προς τα παιδιά και δεν ξεχωρίζει κανένα. Φυσικά και κανένα παιδί δεν θα ήθελε να έχει εργασίες για το σπίτι, ούτε διαγωνίσματα και τεστ στο μάθημα της ημέρας. Θα θέλαμε ο δάσκαλος μας να μας αφήνει μερικές φορές ελεύθερους στο προαύλιο και να μας λέει τραγούδια και παραμύθια, αλλά και να βλέπαμε που και που καμιά ταινία. Ένα μεγάλο λάθος θεωρώ ότι είναι οι εξετάσεις στο τέλος της σχολικής χρονιάς, γιατί προκαλούν τρόμο στα παιδιά από την αρχή της σχολικής χρονιάς . Πραγματικά πιστεύω πως όλα τα παιδιά θα ήθελαν έναν τέτοιο δάσκαλο, γιατί ένας τέτοιος δάσκαλος θα μας άλλαζε τη ζωή.
Αντωνία Σαγρή

Δεν είναι εύκολο να είσαι ο ιδανικός δάσκαλος, αλλά όλοι οι δάσκαλοι το προσπαθούν. Για εμένα ο ιδανικός δάσκαλος πρέπει να είναι καλοσυνάτος, ευγενικός, καλοντυμένος και να πλησιάζει τα παιδιά, εφόσον όμως τα παιδιά του το επιτρέψουν. Επίσης ο ιδανικός δάσκαλος δεν πρέπει  να βάζει πολλές ασκήσεις, αλλά λίγες και  ουσιώδες. Πρέπει να είναι ευγενικός και να εξηγεί καλά το μάθημα. Επίσης πρέπει να προβληματίζετε για τα παιδιά και να τα αγαπάει. Να μην ντρέπονται τα παιδιά να του ζητούν βοήθεια και να έχει καλές σχέσεις με  όλους όσους βρίσκονται στο χώρο του σχολείου. Ο ιδανικός δεν πρέπει να τους ασκεί σωματική, λεκτική και ψυχολογική βία. Πρέπει επίσης να μην καθυστερεί στο μάθημα, να μας διδάσκει την απαραίτητη ύλη, σύμφωνα με το Υπουργείο Παιδείας, να αντιμετωπίζει όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο και να μην ξεχωρίζει κάποιο, επειδή το συμπαθεί περισσότερο, επειδή είναι καλός μαθητής ή επειδή έχει γνωριμίες με τους γονείς του! Ο ιδανικός δάσκαλος πρέπει να είναι τέλειος σε συμπεριφορά, χαρακτήρα και να καθοδηγεί τα παιδιά και κατά την γνώμη μου είναι πολύ δύσκολο ένας δάσκαλος να είναι τέλειος!

                                        Μαντζαράπη Αντωνία
Ποιος νομίζετε ότι είναι ο ιδανικός δάσκαλος; Μήπως νομίζεται ότι είναι αυτός που δεν φωνάζει καθόλου και δεν κάνει το μάθημα του για να κάθεστε ή να σας αφήνει να μασάτε τσίχλες μέσα στο μάθημα και να κάνετε ότι θέλετε και όποτε το θέλετε; Έπεσα έξω; Αφού διαβάσετε αυτό το άρθρο θα καταλάβετε ποιος είναι ο ιδανικός δάσκαλος. Ο ρόλος του κάθε δασκάλου είναι να μαθαίνει στα παιδιά καινούργιες γνώσεις και να τα βοηθάει να γίνουν καλύτερα. Κάθε δάσκαλος πρέπει να εμπνέει τα παιδιά να τα βοηθάει να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι. Πρέπει να ξέρει τι να κάνει όταν τα πράγματα έχουν βγει εκτός ελέγχου. Να μην αντιμετωπίζει τα προβλήματα με φωνές, πρέπει να είναι  ήρεμος, να μην φοβίζει τα παιδιά και να είναι ευγενικός μαζί τους. Να τα σέβεται, όσο τον σέβονται και αυτά. Να προσελκύει το ενδιαφέρον τους, να διευρύνει τις γνώσεις τους, να τα ενθαρρύνει να ακολουθήσουν τα όνειρα τους. Να κάνει το μάθημα του διασκεδαστικό χωρίς όμως "να χάνει την μπάλα" και τα παιδιά να κάνουν ότι θέλουν.  Αυτός, κατά τη γνώμη μου, είναι "ο Ιδανικός Δάσκαλος "
                                                                                                 Μαρία Καμπράνη

Ιστορίες ανθρώπων, Mirupafsim

1992 Νοέμβριος,
Το 1992 ο μπαμπάς μου αποφασίζει να φύγει από την Αλβανία και να έρθει στην Ελλάδα για μια καλύτερη ζωή. Ξεκίνησε το ταξίδι του με τα πόδια. Περπατούσε δέκα μέρες μέχρι να φτάσει στα σύνορα και άλλες τόσες μέχρι την Νάουσα, που ήταν ο προορισμός του. Το ταξίδι του ήταν δύσκολο γιατί ήταν χειμώνας και είχε κρύο, δεν είχαν που να κοιμηθούν, δεν είχαν φαγητό, εκτός από λίγο ψωμί και κρεμμύδια που έβρισκαν στα χωράφια.

Κάποια μέρα πήγε να περάσει ένα ποτάμι κι εκεί κινδύνευσε να πεθάνει, γιατί το ποτάμι ήταν βαθύ και το ρεύμα πολύ δυνατό. Μετά από μεγάλη ταλαιπωρία έφτασε στη Νάουσα κι εκεί τον περίμεναν κάποιοι φίλοι του και του έδωσαν δουλειά στα ροδάκινα. Μετά από καιρό και αφού είχε αρχίσει να μαθαίνει σιγά-σιγά τη γλώσσα ξεκίνησαν για την Ηλεία. Περπάτησαν αρκετά και μετά πήραν το λεωφορείο και ήρθαν στην Κρέστενα. Ένας φίλος τους τότε τους είπε για ένα χωριό που το έλεγαν Φρίξα. Όταν έφτασαν στο χωριό ήταν φοβισμένοι και ταλαιπωρημένοι. Περίμεναν να δουν τι θα αντιμετωπίσουν, αλλά οι άνθρωποι εκεί τους δέχθηκαν πολύ καλά, τους έδωσαν φαγητό, ρούχα και τους πήγαν να κοιμηθούν  σε ένα παλιό και ερειπωμένο σπίτι έξω από το χωριό. Μετά από λίγες μέρες τους βρήκαν και δουλειά σε ένα ελαιοτριβείο και σιγά-σιγά και αφού γνωρίστηκαν με τους ανθρώπους εκεί άρχισαν να τους παίρνουν σαν εργάτες σε διάφορες δουλειές.  Έτσι ο πατέρας μου αφού εγκαταστάθηκε μόνιμα στο χωριό, έφερε και τη μητέρα μου μετά από δύο χρόνια. Σε αυτά τα χρόνια μάζευε ελιές και σιγά – σιγά αγόρασε κι αυτός δικιά του γη και συνεχίζει έτσι να τη δουλεύει ακόμα.
Οι γονείς μου είναι στην Ελλάδα 23-24 χρόνια και είναι σε θέση να ζουν καλά πια. Τώρα πια είναι μόνιμοι και έχουν χαρτιά. ο πατέρας μου έχει γνωρίσει πολύ κόσμο στην περιοχή και εργάζεται ακόμη σαν αγρότης. Ο πατέρας μου λέει πως ήταν τυχερός που ήρθε και εγκαταστάθηκε στη Φρίξα, γιατί μπόρεσε να μαζέψει λεφτά και να ζήσει μια πολύ καλύτερη ζωή.  

Μάριο Μπάρδι

Το γράμμα μιας μετανάστριας

Χριστίνα Φουρκαλίδη, το γράμμα μιας μετανάστριας

Πολυαγαπημένη μου μητέρα,
σε χαιρετώ με συγκίνηση. Μητέρα, λείπω τέσσερις μήνες τώρα από το σπίτι και δυστυχώς δεν είχα ούτε χρόνο, ούτε τα χρήματα για να σου γράψω. Είναι δύσκολα εδώ στην Αμερική, δεν είναι εύκολο να βρεις δουλειά, ούτε κατάλυμα. Το φαγητό είναι ακριβό και οι άνθρωποι αφιλόξενοι. Δεν θέλουν τους ξένους μητέρα, μας κοιτούν με απέχθεια, λες και είμαστε παράσιτα. Μας σπρώχνουν στο δρόμο, μας συκοφαντούν και μας διώχνουν. Είναι δύσκολα στην ξενιτιά μητέρα…
Πριν από μερικές βδομάδες με πήραν σε ένα πλουσιόσπιτο, να υπηρετώ χρέη καθαρίστριας. Σκληρό το αφεντικό, συνεχώς φωνάζει και άμα δεν καθαρίσω καλά, τρώω και κανέναν μπάτσο και μετά με βάζει και το ξανακάνω… Η αφεντικίνα είναι καλή γυναίκα, με βοηθάει να μάθω τη γλώσσα, μου δείχνει και κανένα δικό της παλιόρουχο να φοράω και κάποιες φορές με κερνάει και κανένα ζαχαρωτό. Να δεις μητέρα κάτι φαγητά που κάνουν εδώ… Μας βάζουν σ’  ένα μικρό σπιτάκι στον κήπο και κοιμόμαστε μαζί με τη μαγείρισσα και την παραμάνα. Δεν καταλαβαίνω καλά τη γλώσσα ακόμη, όμως με βοηθάνε και οι άλλες γυναίκες.  Είναι κι αυτές απ’ την Ελλάδα μητέρα.
Είναι καλύτερα εδώ απ’ την πατρίδα, οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν από τη φυματίωση, ούτε πεινάνε και όσοι είναι πολλά χρόνια εδώ έχουν κάνει λεφτά και περιουσίες, δολάρια, πολλά δολάρια… Η Μαρία μητέρα, η καμαριέρα, η γυναίκα του Βασίλη, γέννησε χθες ένα υγιέστατο αγοράκι, με γιατρό στο σπίτι, κανονικό γιατρό… Οι γυναίκες μητέρα εδώ δεν πεθαίνουν στη γέννα και τα παιδιά τα προσέχουν οι γιατροί.
Μανούλα, δε θέλω να λυπάσαι για μένα… Μου λείπεις το ξέρεις και εσύ και το σπίτι μας και ο πατέρας και τα αδέρφια μου. Θα δεις μάνα, θα φανώ δυνατή, δε θα σκύψω το κεφάλι… Κάποια μέρα μάνα, θα έχω κι εγώ τη δική μου οικογένεια, το δικό μου σπίτι κι ίσως να έχω κι εγώ ηλεκτρικό πλυντήριο, όπως οι άλλες γυναίκες εδώ…
Μάνα να μου φιλήσεις την Αργυρούλα και τον Μανωλάκη, τον πατέρα και τη γιαγιά την Αναστασούλα… Να της πεις πως μου λείπει… Να ξέρετε πως σας αγαπάω όλους πολύ και σας σκέφτομαι κάθε λεπτό.
Σε φιλώ μητέρα,

με αγάπη η κόρη σου…

Το γράμμα ενός μετανάστη

Αλεξάνδρα Αλεξοπούλου, Το γράμμα ενός μετανάστη
Γερμανία, Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 1965
Πολυαγαπημένη μου μάνα,
εγώ είμαι καλά και το ίδιο επιθυμώ και για εσάς. Περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία το γράμμα σου και χάρηκα πολύ που έμαθα ότι είστε όλοι καλά. Όταν παίρνω τα γράμματα σου, νιώθω σαν να είμαι κι εγώ στην πατρίδα. Μου λείπετε αφάνταστα. Μου λείπουν τα φαγητά σου μάνα, το ζεστό μας σπίτι, ο ήλιος της πατρίδας που είναι λαμπερός και ζεστός, η γαλάζια θάλασσα, ο ουρανός μάνα… 
Εδώ μάνα όλα είναι τελείως διαφορετικά… Οι άνθρωποι ξυπνούν το πρωί και ξεκινούν για τις δουλειές τους βιαστικά, χωρίς να λένε καλημέρα μεταξύ τους. Κάπως έτσι ξεκινάει κι η δική μου μέρα μάνα. Ξυπνάω στις πέντε το πρωί, ετοιμάζομαι και βγαίνω στο δρόμο να πάρω το λεωφορείο, για να πάω στο εργοστάσιο. Εκεί η δουλειά είναι σκληρή. Το απόγευμα που σχολάω παίρνω πάλι το λεωφορείο για να πάω στο σπίτι και ξαναβγαίνω, αφού ξεκουραστώ λίγο, για να συναντήσω τους υπόλοιπους Έλληνες που έχω γνωρίσει εδώ στην ξενιτιά που βρίσκομαι. Μαζευόμαστε και συζητάμε για την πατρίδα. Θέλουμε να μιλάμε για τις φαμίλιες μας, για τα σπίτια μας, σαν να είμαστε εκεί…
Λοιπόν μανούλα μου, κάπου εδώ πρέπει να κλείσω το γράμμα μου, γιατί είναι αργά. Μάνα δε θέλω να στεναχωριέσαι και να κλαις. να δεις γρήγορα θα περάσει ο καιρός και θα γυρίσω κοντά σου. Να προσεύχεσαι για μένα και να δώσεις χαιρετίσματα και φιλιά σε όλους!
Σε φιλώ γλυκά,
ο γιος σου!


Γράμμα από το Αμέρικα, 23-4-57

Νέα Υόρκη, 23-4-57
Αγαπημένη μου μάνα,
φωτο μετανάστη από το αρχείο της οικ. Μακρή
σου γράφω αυτό το γράμμα από τη μακρινή Αμερική. Όπως σου έχω γράψει και σε παλιότερη επιστολή μου, εργάζομαι σε ένα νυχτερινό μαγαζί και σερβίρω ποτά στους πελάτες και κάποιες φορές βοηθάω και στην κουζίνα. Ε λοιπόν μάνα, άκου να δεις τι έγινε προχτές. Εκεί που έπλενα τα ποτήρια στην κουζίνα και τα πόδια μου δε με βαστούσαν από την κούραση και ήμουν πολύ ταλαιπωρημένος (ήταν ήδη 4 τα ξημερώματα), ξαφνικά ακούγονται πυροβολισμοί και φωνές και εκείνη τη στιγμή εισβάλλουν κάτι περίεργοι τύποι και σπάνε και τις τζαμαρίες του μαγαζιού… Πετάγομαι έξω από την κουζίνα πανικόβλητος και τι να δω… Χαμός! Η αστυνομία κυνηγούσε κάποιους ληστές που είχαν διαρρήξει ένα κοσμηματοπωλείο απέναντι από το μαγαζί που δουλεύω. Εκείνοι είχαν ανοίξει πυρ εναντίον των αστυνομικών και επικρατούσε ένας πανικός… Τραπέζια είχαν αναποδογυρίσει, τζάμια σπασμένα, όλα διαλυμένα… Οι πελάτες στο πάτωμα, από κάποιον έτρεχε αίμα… Χαμός...
Μην ανησυχείς όμως μάνα και δεν έπαθα την παραμικρή γρατζουνιά, γιατί ήμουν καλά κρυμμένος… Ευτυχώς μετά από λίγο οι ληστές έφυγαν και μαζί με αυτούς και όλοι εμείς… Την άλλη μέρα μας φώναξε το αφεντικό για να καθαρίσουμε το μαγαζί και δεν θα το πιστέψεις μάνα, αλλά εκεί που μάζευα τα σπασμένα παίρνει το μάτι μου μια περίεργη τσάντα κάτω από μια αναποδογυρισμένη καρέκλα. Την παίρνω με τρόπο και την κρύβω σε μιαν άκρη και μετά που την πήγαινα στα σκουπίδια, την ανοίγω και τι να δω, ήταν γεμάτη δολάρια μάνα, δολάρια και κοσμήματα! Την πήρα την έκρυψα και το επόμενο πρωί έφυγα κρυφά και από το μαγαζί και από το σπίτι…
Τώρα που σου γράφω μάνα, περιμένω το αεροπλάνο… Σε τρεις μέρες θα είμαι εκεί μάνα και θα σε σφίξω στην αγκαλιά μου! Είμαστε πλούσιοι! Γυρίζω πίσω στην Ελλάδα μάνα! Τέρμα τα βάσανα και η στεναχώριες μάνα! Τέρμα η ξενιτιά!
Με αγάπη,
σε φιλώ
ο γιος σου!


Γιώργος Γεωργιλές

Άσκηση δημιουργικής γραφής, για το μάθημα της Τοπικής Ιστορίας

Άτλας Ανεμοχωρίου, μια ιστορική ομάδα...

Kάποτε στο χωριό μου, το Ανεμοχώρι υπήρχε μια ποδοσφαιρική ομάδα, ο περίφημος ΑΤΛΑΣ Ανεμοχωρίου που δυστυχώς δεν υπάρχει πια...
Η ομάδα αυτή ήταν πολύ σημαντική κι έδωσε τη δυνατότητα σε πολλά παιδιά από το χωριό μου να μάθουν ποδόσφαιρο και χάρισε μεγάλες δόξες στον τόπο μας, επειδή σε αυτήν έπαιξαν πολλοί σημαντικοί παίχτες από την ευρύτερη περιοχή.

Ιδρύθηκε το 1978  και έπαψε να υπάρχει περίπου το 2001, κυρίως λέγεται εξαιτίας των κακών οικονομικών.

Για μένα και για τα υπόλοιπα παιδιά του χωριού είναι πολύ άσχημο αυτό και πολλές φορές στεναχωριέμαι και λυπάμαι όταν σκέφτομαι πως και σήμερα θα μπορούσαμε να έχουμε κι εμείς μια ομάδα στο χωριό μου και να παίζω κι εγώ σε αυτήν, γιατί αυτό ήταν πάντα το όνειρό μου και γιατί αγαπάω πολύ το ποδόσφαιρο.

Στο χωριό μου συνεχίζει να υπάρχει το γήπεδο, το οποίο όμως είναι πλέον εγκαταλελειμμένο και δεν το φροντίζει κανείς. Εγώ δυστυχώς δεν την πρόλαβα την ομάδα, γιατί ήμουν πολύ μικρός όταν διαλύθηκε, συνεχίζω όμως να ελπίζω πως κάποια μέρα οι παίχτες του Άτλαντα θα "ξανακατέβουν" στο γήπεδο και ποιος ξέρει μπορεί να είμαι κι εγώ ανάμεσα σε αυτούς...
Νίκος Δημήτρουλας

Οι καλλικάντζαροι


Μια φορά και έναν καιρό, κάπου πάρα πολύ μακριά από εδώ, κάπου στο Νότιο Πόλο υπήρχε ένα χωριό φτιαγμένο από κάρβουνα. Εκεί ζούσαν οι καλικάντζαροι. Σ’ αυτό το χωριό όλα ήταν μαύρα, γιατί ήταν φτιαγμένα από κάρβουνο. Τα σπίτια, τα μαγαζιά, το σχολείο, ακόμα και το μεγάλο εργοστάσιο, όπου εκεί δούλευαν οι περισσότεροι καλικάντζαροι, όλα ήταν μαύρα
Στο μεγάλο εργοστάσιο έφτιαχναν κάρβουνα, που τα έστελναν σαν δώρα στα κακά παιδιά και εκεί διευθυντής και ιδιοκτήτης ήταν ο Καλικαντζαρο- Κουραμπιές. Τον ονόμασαν έτσι επειδή όταν γεννήθηκε η μητέρα του έφτιαχνε κουραμπιέδες και με τον που τον πήρε στην αγκαλιά της γέμισε άχνη ζάχαρη: «Χαχα, μικρέ μου κουραμπιέ σε γέμισα ζάχαρη» είπε και τον ονόμασαν Κουραμπιέ.
Στο χωριό των καλικαντζαραίων, τα κάρβουνα περίσσευαν και τα φρέσκα κάρβουνα δεν τα κράταγαν για να χτίσουν νέα κτήρια, τα έδιναν όλα στον Άι Βασίλη! Βλέπετε τα τελευταία χρόνια ήταν πολύ περισσότερα τα άτακτα παιδιά. Ενώ λοιπόν το εργοστάσιο ετοιμάζονταν τα κάρβουνα που θα έδιναν στα άτακτα παιδιά, στο χωριό του Αη Βασίλη, τα ξωτικά ασχολούνταν με τα παιχνίδια που θα έδιναν στα καλά παιδιά.
Τρεις μέρες πριν τα Χριστούγεννα ο Αη-Βασίλης πήγε στον Νότιο Πόλο για να συζητήσει με τον Καλικαντζαρο- Κουραμπιέ για τις νέες παραγγελιές. Ο Άι Κουραμπιές ήταν στο γραφείο του κι έβλεπε το χωριό από το μεγάλο παράθυρο του. Έτρωγε πάντα τα αγαπημένο του γλύκισμα, κουραμπιέδες φυσικά και καθόταν στην αναπαυτική του κόκκινη καρέκλα και παρατηρούσε τη ζωή των καλικάντζαρων. Έβλεπε τα παιδιά να παίζουν χιονοπόλεμο, να φτιάχνουν χιονάνθρωπους και να κάνουν αγώνες με τα έλκηθρα, και απορούσε γιατί δεν μπορούν  και αυτά τα καλικαντζαράκια να κάνουν Χριστούγεννα, να παίρνουν δώρα, να τρώνε γαλοπούλα γεμάτη κάστανα και άλλες λιχουδιές πάνω στο γιορτινό τραπέζι! Την σκέψη του την διέκοψε το χτύπημα της πόρτας.
-Περάστε, είπε ο  Καλικαντζαρο- Κουραμπιές.
-Κύριε! Λυπάμαι για την ενόχληση, είπε ένα μικροσκοπικό καλικαντζαράκι.
-Μην ανησυχείς μικρέ μου Παγάνα και δεν έκανα κάτι πολύ σημαντικό! Πες μου, τι θες;  του είπε.
-Ήρθε ο Αη Βασίλης αφεντικό και θέλει να μιλήσετε για κάτι σημαντικό. Να τον αφήσω να περάσει;
-Ναι φυσικά και το ρωτάς; απάντησε εκείνος.
Το μικροσκοπικό καλικαντζαράκι, ο Παγάνας βγήκε έξω. Και εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα ο Αη Βασίλης χαμογελαστός
-Σαν τα χιόνια Κουραμπιέ, φίλε μου! Τι κάνεις; Καιρό έχουμε να τα πούμε!
-Φυσικό είναι, αφού για κάθε συναλλαγή βάζεις ένα ξωτικό, είπε εκείνος.
Ο Αη Βασίλης έκανε πώς δεν άκουσε.
-Θα αναρωτιέσαι τι κάνω εδώ, του είπε.
-Μπα! Όχι ιδιαίτερα.
-Ούτε λίγο;
-Όχι!
-Καλά δεν πειράζει! Άκου, είπε ο Αη Βασίλης, θέλω να ακυρώσω όλες τις παραγγελίες.
-Τι είπες;! ρώτησε αναστατωμένος ο Κουραμπιές.
-Λυπάμαι φίλε μου, όμως αποφάσισα να κάνω κάτι διαφορετικό φέτος για τα άτακτα παιδιά.
-Α, ναι! Για πες, είπε με απορία ο Κουραμπιές.
-Όποτε ένα παιδί είναι άτακτο θα του αφήνω ένα σημείωμα και  ένα πάρα πολύ μικρό παιχνιδάκι και θα του δίνω και μια δεύτερη ευκαιρία, για να αλλάξει και να γίνει καλό παιδί. Τι λες;
-Τι λέω; Λέω ότι κάτω από αυτόν τον όροφο όλοι οι καλικάντζαροι δουλεύουν όλο τον χρόνο  για τα κάρβουνα που παραγγέλνεις  και μόλις φύγεις θα πρέπει να πάω να τους πω ότι τσάμπα δουλεύανε έναν ολόκληρο χρόνο!
-Μην κάνεις έτσι, σε παρακαλώ, προσπάθησε να τον ηρεμήσει εκείνος.
-Έλα τώρα μην κάνεις έτσι… Αφού συμφωνείς κι εσύ μαζί μου… Κάνε μου τη χάρη κι εγώ θα κάνω ότι μου ζητήσεις για να σε ευχαριστήσω…
Ο Κουραμπιές θυμήθηκε τότε τα παιδιά του χωριού.
-Εντάξει Αη Βασίλη θα γίνει το θέλημά σου. Θέλω όμως κι εγώ μια μεγάλη χάρη, θέλω να φέρεις τα Χριστούγεννα στους καλικάντζαρους!
-Τι πράγμα; γούρλωσε τα μάτια ο Αη Βασίλης και συνέχισε, Μα ξέρεις πως αυτό απαγορεύεται!
-Μα γιατί; Αυτό δεν μπορεί να αλλάξει;
-Ξέρεις όλοι λένε, πως οι  καλικάντζαροι είναι πολύ διαφορετικοί… Πριν από 100 χρόνια προσπάθησαν να καταστρέψουν τα Χριστούγεννα. Δεν τους αξίζουν λοιπόν τα Χριστούγεννα, τα δώρα ή οι γιορτές! είπε ο Άγιος θυμωμένος.
Ο Κουραμπιές είδε πρώτη φορά έτσι τον Αη Βασίλη. Φοβήθηκε πολύ και δε  συνέχισε άλλο την κουβέντα. Είχε όμως μέσα του μια κρυφή ελπίδα πως όλα θα άλλαζαν. Είπε λοιπόν:
-Εντάξει Αη Βασίλη. Με συγχωρείτε όμως γιατί πρέπει να πάω να ανακοινώσω τα νέα στους εργάτες.
Άνοιξε την πόρτα κι έφυγε με σκυμμένο το κεφάλι. Πριν φύγει όμως του έδωσε έναν φάκελο και του είπε:
-Αυτό είναι το δώρο σου. Δεν θα έρθω στο χριστουγεννιάτικο δείπνο. Είμαι ίδιος με τους καλικάντζαρους και όπως είπες οι Καλικάντζαροι δεν μπορούν να έχουν Χριστούγεννα. Καληνύχτα!
Αφού έφυγε ο Άι Βασίλης, ο Καλι-Καντζα-Κουραμπιές ανακοίνωσε στους καλικάντζαρους τι έγινε. Κατάλαβαν την θλίψη του και γι’ αυτό καθόλου δεν αντέδρασαν και έφυγαν απογοητευμένοι για τα σπίτια τους. Την επόμενη μέρα στον Βόρειο Πόλο, στο γραφείο του Άι Βασίλη κι ενώ όλοι είχαν φύγει, ο αγαπημένος Άγιος των παιδιών διάβαζε λυπημένος και σκεπτικός τα τελευταία γράμματα. Με βαριά καρδιά άνοιξε και τον φάκελο, εκείνον από το χωριό των καλικατζάρων. Μα δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του! Ο φάκελος ήταν τεράστιος και είχε γράμματα από όλους τους καλικάντζαρους του χωριού, μικρούς και μεγάλους! Στα χέρια του έφτασε κι ένα γράμμα από ένα μικρό καλικαντζαράκι που έλεγε:

Αγαπητέ Αη Βασίλη,
Θα νομίζεις κι εσύ ότι εμείς, οι καλικάντζαροι, δεν αξίζουμε τα Χριστούγεννα μετά από αυτό που κάναμε πριν 100 χρόνια! Έχεις δίκιο! Και εμείς αυτό θα πιστεύαμε στη θέση σου! Όμως έχουμε αλλάξει. Ζητάμε συγνώμη απ’ τα βάθη της καρδιάς μας.
Είμαι 11 χρονών και είμαι μαθητής της Ε΄ Τάξης στο καλικαντζαρο-σχολείο και θέλω να σου ζητήσω δώρα για όλη την οικογένεια, επειδή δεν ξέρουν όλοι γράμματα. Από μικρή ηλικία ο μπαμπάς μου δούλευε στο Μεγάλο Εργοστάσιο από τα χαράματα κι η μαμά μου καθάριζε συνέχεια το σπίτι, αλλά και το σχολείο μαζί με τις υπόλοιπες μαμάδες. Έχω κι έναν μικρό αδερφό, που δεν ξέρει να γράφει ακόμα. Θέλω να μας φέρεις τα ακόλουθα: έναν δεινόσαυρο για μένα, ένα διαστημόπλοιο για τον αδερφό μου, για τη μητέρα μου μια καινούργια χύτρα (η παλιά έσπασε) και για τον πατέρα μου, αυτό που ονειρεύεται από παιδί,  "ΤΑ  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ"!  
Εκείνη τη στιγμή, ο Αη Βασίλης βούρκωσε και διέταξε όλα τα ξωτικά να φτιάξουν δώρα για όλους τους καλικάντζαρους, μικρούς και μεγάλους. Την παραμονή των Χριστουγέννων όταν οι καλικάντζαροι κοιμόντουσαν βαθιά, τα ξωτικά στόλισαν το "καρβουνιασμένο" χωριό. Την άλλη μέρα όλοι ήταν μέσα στην τρελή χαρά. Στη μέση του χωριού ένα μεγάλο γιορτινό τραπέζι, ένα τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο και πολλά όμορφα δώρα περίμεναν τους καλικάντζαρουςΌλοι χορεύανε και τραγουδούσαν, το γλεντούσαν με την ψυχή τους. Με το που το είδε ο καλικαντζαρο-Κουραμπιές το όμορφο γλέντι που είχε στηθεί, έτρεξε προς τον Άγιο Βασίλη (που ήταν κρυμμένος πίσω από το εργοστάσιο) και του είπε όλο χαρά:  «Σ’ ευχαριστώ πολύ! Μας έδωσες μεγάλη χαρά!» Τότε ο Άγιος -Βασίλης του είπε: «Κι εγώ χαίρομαι με τη χαρά σας, τελικά δεν υπάρχει μεγαλύτερο δώρο από εκείνο της συγχώρεσης!» Από εκείνη τη μέρα όλα άλλαξαν στο χωριό των καλικάντζαρων, όλα έγινα πολύχρωμα και φωτεινά! Λέγεται μάλιστα πως ακόμα και το μεγάλο εργοστάσιο τώρα πια παρασκεύαζε αντί για κάρβουνα κουραμπιέδες…
Ψέματα ή και αλήθεια, έτσι λεν τα παραμύθια…
Μαρία Καμπράνη

Το θαύμα των Χριστουγέννων

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα μικρό παιδάκι, ο Φώτης, που ήταν μαθητής της Γ' Δημοτικού. Ήταν το καλύτερο παιδί και ο πιο επιμελής μαθητής. 'Όμως, υπήρχε μια διαφορά ανάμεσα σε αυτόν και τα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Δεν πίστευε στον Αη-Βασίλη!
Πέρναγε ο καιρός λοιπόν, ώσπου έφτασε η αγαπημένη γιορτή όλων των μικρών και των μεγάλων, τα Χριστούγεννα! Μέσα στην τάξη του Φώτη είχε δημιουργηθεί ένα πολύ γιορτινό κλίμα, 'Όλα γα παιδιά έφτιαχναν χριστουγεννιάτικες κάρτες και τραγουδούσαν γιορτινά τραγούδια. Κάποιοι μάλιστα, έγραφαν γράμμα στον Αη-Βασίλη, που του ζητούσαν σοκολατένιους καλικάντζαρους και ξωτικά, αλλά και ολόκληρα διαστημόπλοια και δεινοσαύρους! Μόνο ο Φώτης καθόταν σε ένα θρανίο μόνος του και δεν έκανε τίποτα. Ο δάσκαλος του το παρατήρησε και πήγε κοντά του:
-Φώτη μου, όλα τα παιδάκια κάθονται και γράφουν γράμμα στον Αη-Βασίλη! Εσύ τι δώρο θες από αυτόν φέτος τα Χριστούγεννα;
-Χα! Αη-Βασίλης και βλακείες. Δεν υπάρχουν τέτοια πράματα. Έχω πάψει να πιστεύω σε αυτόν εδώ και πολύ καιρό...
-Γιατί παιδί μου;
-Γιατί κάθε χρόνο, το μόνο που ζητούσα ήταν να χιονίσει! Το μόνο πράγμα που ήθελα για τα Χριστούγεννα ήταν το χιόνι! Αλλά πού τέτοια τύχη... Κάθε χρονιά τα ίδια και τα ίδια... Ήλιος κάθε μέρα.Εγώ δεν θα κάθομαι να πιστεύω σε βλακείες...
- Καλά παιδί μου. Όπως θες.
Κάπου μακριά, πολύ μακριά από τον Φώτη και τον δάσκαλό του, ένας παχουλός ανθρωπάκος, με άσπρα γένια και κόκκινη στολή, άκουγε την συζήτηση αυτού του παιδιού με τον καθηγητή του και σκέφτηκε: "Έχω ταξιδέψει σε όλη τη γη, σε όλες τις χώρες του κόσμου, αλλά ποτέ κανένα παιδί δεν μου έχει ζητήσει χιόνι.. Όλοι μου ζητάνε ένα σωρό ακριβά δώρα. Αυτό το παιδάκι όμως, το έχω παραμελήσει και έχει χάσει την πίστη του. Κάτι πρέπει να κάνω."
Έτσι λοιπόν, ο Αη-Βασίλης, πήρε το έλκηθρο και τους ταράνδους του και ξεκίνησε το ταξίδι του. Ο Άγιος, σαν Άγιος που ήταν, έκανε τα μαγικά του και το χιόνι άρχισε να πέφτει απαλά από τον σκούρο μπλε ουρανό. Η μαμά του Φώτη ήταν ξύπνια και έτρεξε να τον ειδοποιήσει:
- Φώτη, Φώτη μου ξύπνα, χιονίζει!
Το παιδί με ένα σάλτο, πήδηξε από το κρεβάτι του και κοίταξε έξω από το παράθυρο το κατάλευκο χιόνι που είχε σκεπάσει σχεδόν τα πάντα! Ξαφνικά, βλέπει στον ουρανό, ένα έλκηθρο με έναν στρουμπουλό ανθρωπάκο πάνω! Σ'ευχαριστώ, του φωνάζει. Καλά Χριστούγεννα Φώτη, του φωνάζει και εκείνος. Από τότε λοιπόν, το μικρό αυτό παιδί, ξαναπίστεψε στον Αη-Βασίλη και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!  
Πηνελόπη Μαστοροπούλου

Χριστουγεννιάτικο παραμύθι: Ο Αη Βασίλης και το Δεινοσαυράκι

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μακρινή χώρα ζούσε μια οικογένεια δεινοσαύρων. 
 Μια μέρα όταν το δεινοσαυράκι πήγαινε σχολείο στο δρόμο συνάντησε τους συμμαθητές του, που τον κορόιδευαν και άρχισαν να γελούν μαζί του επειδή ήταν διαφορετικό από τα άλλα δεινοσαυράκια. Όταν γυρνούσε στο σπίτι του εκείνα τα δεινοσαυράκια έτρεχαν με αποτέλεσμα να πέσει και να χτυπήσει. Καθώς έφευγε η δασκάλα του το είδε πεσμένο κάτω να κλαίει το πήρε αμέσως και το πήγε στο Νοσοκομείο και αργότερα ειδοποίησε τους γονείς του. Μόλις βγήκε ο γιατρός τους είπε ότι δεν είναι κάτι το σοβαρό απλώς ένα κάταγμα στο χέρι του. Πήγαν στο σπίτι και το έβαλαν να ξαπλώσει. 
Όταν έγινε καλά, πήγε σχολείο και σε λίγες ημέρες, όταν θα έκαναν τη χριστουγεννιάτικη γιορτή τους, η δασκάλα του τους ανακοίνωσε ότι θα έγραφαν γράμμα στον Αϊ Βασίλη και οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν, επειδή πίστευε ακόμα στον Αϊ Βασίλη, αλλά το δεινοσαυράκι δεν έχασε το θάρρος του και τα αγνόησε. 

Το δεινοσαυράκι ζήτησε αυτό που ονειρευόταν σε όλη του τη ζωή, μια βόλτα με ένα διαστημόπλοιο στο φεγγάρι. Και ήρθε η μέρα που τα ξωτικά θα έπαιρναν τα γράμματα των παιδιών και ο Αι Βασίλης θα διάβαζε το δικό του γράμμα. 
Το μικρό δεινοσαυράκι, από το άγχος του έμεινε ξάγρυπνο όλη τη νύχτα, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς για να δει τον Αι Βασίλη. Όταν είδε το έλκηθρο του στον ουρανό να κατεβαίνει προς αυτόν δεν μπορούσε να το πιστέψει. Τότε λέει ο Αι Βασίλης: " Ανέβα επάνω" και πήραν το διαστημόπλοιο του και ξεκίνησαν το ταξίδι τους για το φεγγάρι. Όταν άνοιξε η πόρτα του διαστημόπλοιου και βγήκε έξω δεν πίστευε στα μάτια του. Μετά ήρθε η ώρα να γυρίσουν πίσω. Το μικρό δεινοσαυράκι ήταν πολύ ευχαριστημένο. 
Όταν τελείωσαν οι διακοπές και άνοιξαν τα σχολεία έτρεξε στα παιδιά που το κορόιδευαν και τους είπε αυτά που πέρασε την Πρωτοχρονιά. Αυτά στην αρχή δεν το πίστεψαν, αλλά στην πορεία το πίστεψαν και από τότε έγιναν οι καλύτεροι φίλοι.
Κωνσταντίνα Λαμπροπούλου

Ο ιδανικός δάσκαλος

                Ένας δάσκαλος για να είναι καλός, δεν πρέπει μόνο να παραδίδει σωστά το μάθημα και να βάζει καλούς βαθμούς. Κατά τη γνώμη μου πρέπει να έχει καλό, ευγενικό και το πιο σημαντικό ηθικό χαρακτήρα. Πρέπει να ενδιαφέρεται για τους μαθητές του, όχι μόνο για τα μαθήματα, αλλά και για την σωματική και ψυχική τους υγειά. Ο καλός ο δάσκαλος πρέπει να προβληματίζεται για τους μαθητές του και να συζητάει μαζί τους, εάν διαπιστώσει να υπάρχει κάποιο πρόβλημα
               Η γνώμη μου είναι, και πιστεύω ότι θα συμφωνήσετε και εσείς μαζί μου, πως μπορεί να κάνει πολλά δημιουργικά και εξωραϊστικά έργα με τα παιδιά του. Στις εκδρομές, μπορεί να τους λέει ιστορίες για τον τόπο τους, μύθους και παραδόσεις. Στο μάθημα, αν έχει τη διάθεση και ο ίδιος, μπορούν να διαβάζουν διάφορα παραθέματα και ιστορίες παράλληλα με το σχετικό μάθημα. Την ώρα των εικαστικών να φτιάχνουν ποικίλες κατασκευές, ώστε να τις πουλήσουν στο μπαζάρ της περιοχής τους και μάλιστα, στο μάθημα της μουσικής, αν έχει και ο ίδιος ο καθηγητής την δυνατότητα, θα μπορούσε να τους μάθει να τραγουδούν και να παίζουν κάποιο μουσικό όργανο, ώστε να άρουν μέρος σε έναν μαθητικό μουσικό διαγωνισμό. Τέλος, ο δάσκαλος ο στοργικός, πρέπει να μιλάει και να προβληματίζεται μαζί με τους γονείς των παιδιών του. Είναι πολύ σημαντικό να μπορεί να αναπτύξει μια ειλικρινή σχέση με τον κάθε γονιό, ώστε να κάνουν το παιδί έναν καλύτερο μαθητή και πάνω απ'όλα, έναν καλύτερο άνθρωπο.
               Έτσι λοιπόν, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο ιδανικός ο δάσκαλος είναι στοργικός και αγαπάει τους μαθητές του, όπως ένας γονιός το δικό του παιδί!
Πηνελόπη Μαστοροπούλου

Ο ιδανικός δάσκαλος

Ένας ιδανικός δάσκαλος πρέπει να δίνει και να δέχεται αγάπη από όλα τα παιδιά. Πρέπει να έχει όρεξη για δουλειά αλλά και να τηρεί τις υποχρεώσεις του ως προς τους μαθητές. Προπάντων όμως πρέπει να αγαπάει τα παιδιά χωρίς να ξεχωρίζει κανέναν και πρέπει να τιμωρεί όσους το αξίζουν, αν κάνουν καμιά φασαρία, αν κοροϊδεύουν ή αν μιλούν άσχημα .
Όσο αφορά το θέμα της διδασκαλίας ένας δάσκαλος πρέπει να είναι δίκαιος. Στα διαγωνίσματα πρέπει να μην αδικεί κανέναν στη βαθμολογία αλλά και να μην βοηθάει κανέναν. Στο μάθημα της ημέρας πρέπει να εξετάζει όσους περισσότερους μπορεί, αλλά να μην φορτώνει υπερβολικά τα παιδιά με εργασίες για το σπίτι.
Στο διάλειμμα πρέπει να υπάρχει ένας δάσκαλος για να επιτηρεί τα παιδιά.
Ως προσωπική μου άποψη ο ιδανικός δάσκαλος είναι αυτός που δείχνει ειλικρινή αγάπη προς τα παιδιά και δεν ξεχωρίζει κανένα. Φυσικά και κανένα παιδί δεν θα ήθελε να έχει εργασίες για το σπίτι, ούτε διαγωνίσματα και τεστ στο μάθημα της ημέρας. Θα θέλαμε ο δάσκαλος μας να μας αφήνει μερικές φορές ελεύθερους στο προαύλιο και να μας λέει τραγούδια και παραμύθια, αλλά και να βλέπαμε που και που καμιά ταινία.
Ένα μεγάλο λάθος θεωρώ ότι είναι οι εξετάσεις στο τέλος της σχολικής χρονιάς, γιατί προκαλούν τρόμο στα παιδιά από την αρχή της σχολικής χρονιάς .
Πραγματικά πιστεύω πως όλα τα παιδιά θα ήθελαν έναν τέτοιο δάσκαλο, γιατί ένας τέτοιος δάσκαλος θα μας άλλαζε τη ζωή.

Αντωνία Σαγρή

Ο ιδανικός δάσκαλος

Δεν είναι εύκολο να είσαι ο ιδανικός δάσκαλος, αλλά όλοι οι δάσκαλοι το προσπαθούν.
Για εμένα ο ιδανικός δάσκαλος πρέπει να είναι καλοσυνάτος, ευγενικός, καλοντυμένος και να πλησιάζει τα παιδιά, εφόσον όμως τα παιδιά του το επιτρέψουν. Επίσης ο ιδανικός δάσκαλος δεν πρέπει  να βάζει πολλές ασκήσεις, αλλά λίγες και  ουσιώδες. Πρέπει να είναι ευγενικός και να εξηγεί καλά το μάθημα. Επίσης πρέπει να προβληματίζετε για τα παιδιά και να τα αγαπάει. Να μην ντρέπονται τα παιδιά να του ζητούν βοήθεια και να έχει καλές σχέσεις με  όλους όσους βρίσκονται στο χώρο του σχολείου. Ο ιδανικός δεν πρέπει να τους ασκεί σωματική, λεκτική και ψυχολογική βία. Πρέπει επίσης να μην καθυστερεί στο μάθημα, να μας διδάσκει την απαραίτητη ύλη, σύμφωνα με το Υπουργείο Παιδείας, να αντιμετωπίζει όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο και να μην ξεχωρίζει κάποιο, επειδή το συμπαθεί περισσότερο, επειδή είναι καλός μαθητής ή επειδή έχει γνωριμίες με τους γονείς του!
Ο ιδανικός δάσκαλος πρέπει να είναι τέλειος σε συμπεριφορά, χαρακτήρα και να καθοδηγεί τα παιδιά και κατά την γνώμη μου είναι πολύ δύσκολο ένας δάσκαλος να είναι τέλειος!

                                        Μαντζαράπη Αντωνία