Η ορχήστρα της ανακύκλωσης/ ντοκιμαντέρ











Στο πλαίσιο των προβολών του 22ου Φεστιβάλ΄Κινηματογράφου Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους και της "Camera Zizanio" oι μαθητές της Γ' Γυμνασίου παρακολουθήσαμε το ντοκιμαντέρ "Η ορχήστρα της ανακύκλωσης" που αφηγείται την αληθινή ιστορία μια παιδικής ορχήστρας σε μια παραγκούπολη της Παραγουάης που τα παιδιά μαθαίνουν μουσική με μουσικά όργανα κατασκευασμένα από υλικά που βρίσκονται στα σκουπίδια.Δημιουργός, εμπνευστής αλλά και διευθυντής αυτής της «ανακυκλώσιμης» ορχήστρας είναι ο Favio Chavez, o oποίος, σε συνεργασία με τον Nicolas Gomez, μέσα από τους τόνους σκουπιδιών που πνίγουν την πόλη τους συλλέγει ανακυκλώσιμα υλικά και δημιουργεί μουσικά όργανα, αλλάζοντας τη ζωή ολόκληρης της κοινότητας και δίνοντας στα παιδιά στόχο, όραμα και ελπίδα.Με σύνθημα «ο κόσμος μας στέλνει σκουπίδια, εμείς του στέλνουμε μουσική», τα παιδιά αυτά έρχονται για να μας διδάξουν πως και στις πιο αντίξοες συνθήκες, όταν έχεις πίστη και όραμα, μπορείς να καταφέρεις απίθανα πράγματα.

Είμαι παιδί ή άνθρωπος; Τα δικαιώματα του παιδιού, μέσα από τη ματιά του Γιάνους Κόρτσακ



Στο πλαίσιο του 22ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους, στο Γυμνάσιο Κρεστένων και σε συνεργασία με το Γυμνάσιο Μακρισίων, τα μέλη της πρωτοβουλίας για το άρθρο 12(ΠΡΩΤΑ.12) υλοποίησαν εσπερινό εργαστήρι, την Πέμπτη 5 και την Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019, με θέμα τα Δικαιώματα του Παιδιού και τίτλο: Είμαι παιδί ή άνθρωπος;
Τα μέλη της πρωτοβουλίας για το άρθρο 12(ΠΡΩΤΑ.12) Γιώργος Μόσχος, Ματούλα Παπαδημητρίου, Ειρήνη Καρούμπαλη και Ολυμπία Μπουλογεώργου καθοδήγησαν τα παιδιά μέσα από το θεατρικό παιχνίδι και τη δραματοποίηση στην αναζήτηση των δικαιωμάτων τους, στην ενσυναίσθηση και τέλος στο σεβασμό στον άνθρωπο. Η συνολική προσέγγιση βασίστηκε στην οπτική του Γιάννους Κόρτσακ, του διάσημου Πολωνο-Εβραίου παιδαγωγού που πρώτος αναφέρθηκε στα δικαιώματα των παιδιών!
Ευχαριστούμε πολύ το Φεστιβάλ!!!

Περισσότερες φωτογραφίες εδώ:https://www.youtube.com/watch?v=7HWqf0cY2Os&feature=emb_logo

στο καφενείο... (ιστορίες στη ντοπιολαλιά)

Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, χρησιμοποιούνται πολλές λέξεις, οι οποίες, μόνο αν είσαι από
εκείνη την περιοχή, καταλαβαίνεις την σημασία τους. Το Σαββατοκύριακο που ήμουν στο χωριό μου, άκουσα έναν διάλογο μεταξύ δύο ηλικιωμένων στο καφενείο του χωριού.
- Καλημέρα κολέγα!
- Καλημέρα, τι φτιάνεις ;
- Ξυώ και αλατίζω. Έβγαλα τα πράματα(ζώα) το πρωί και ήρθα να ρουφήξω έναν καφέ. Εσύ;
- Εγώ σταλίζω δω χάμου, αφού δεν έχω τον τράτο μου, να πάω εκεί πάνου στην καστανιά να βάλω για ελιές...
- Άκουσες τι βρήκανε στη δημοσά ;
- Όχι , τι;
- Ένα ζωντόβολο χτυπημένο από ρόδα , που ευτυχώς θα τηνε ξεσκουρδάρει... το πήρε ξώφαλτσα...
- Τι είπες ρε! Ποιο μπαχαλό-στραβάδι πέρασε και το κοπάνιησε;
- Έχει βουήξει το χωριό, ότι το πήρε σβάρνα ο γερομανιήκας με την φαλκονέρα !
- Έπρεπε να το έκανε στο δικό μου ζωντανό, θα τον είχα φουρκίσει ! Αστροπή να τόνε βαρέσει!
- Άι σήκω να φύγουμε, μην σουρουπήσουμε εδώ χάμου, τα άντερα μου τραγουδάνε.
- Ναι πάμε, να μαζέψω και εγώ τα πράματα, γιατί ντουμάνιασε ο ουρανός και σε λίγο φαίνεται πως το πράμα πάει για βροχή...
                                                                                                                           Δαλαβούρας Γιώργος

αναμνήσεις από το παρελθόν... (ιστορίες στη ντοπιολαλιά)

Καθημερινά έρχονται στην μνήμη μου σκηνές της παιδικής μου ηλικίας. Την περίοδο που ζούσα στην όμορφη επαρχία. Η κάθε μέρα ήταν ενδιαφέρουσα και γεμάτη δουλειά και κόπο. Έτσι, βρήκα την ευκαιρία να σας περιγράψω μια καθημερινή μου μέρα στο χωριό (χρησιμοποιώντας στοιχεία της ντοπιολαλιάς) προκειμένου να μάθετε για τον τρόπο ζωής και τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε αλλά και για να συλλογιστείτε και να κάνετε την σύγκριση σας με το σήμερα.
Πουρνό-πουρνό, σχεδόν αχάραγο, η μάνα μ' έπαιρνε απ’ του χέρι και με πήγαινε στο σκολειό(μέχρι που έφτασα σε μια ικανοποιητική ηλικία για να πηγαίνω μόνη μου). Ποτέ δεν πρόκαμε  να με μάθει να δένω σωστά τα γορδόνια των αγαπημένων μου παπουτσιών(που μου είχανε κανομένο δώρο οι θείοι μου) παρόλο που σκιαζότανε μη πέσω και σακατέψω το γόνα μου...
Ίσως να μην της έμενε χρόνος, γι’αυτό και δεν θα έπρεπε να μου 'χει μείνει παράπονο.
Επιστρέφοντας στο παρελθόν, συνειδητοποιώ πως ο ρόλος της μητέρας δεν ήταν εύκολος. 
Η μάνα μου δούλευε συνέχεια στον μπαξέ, ενώ μεγάλη ήταν η απογοήτευση για όλη αυτή την σκληρή εργασία όταν ξεκινούσε να πέφτει το κοκορόβι (χαλάζι). Εκτός από αυτό ήταν υπεύθυνη για όλες τις οικιακές εργασίες, αφού την θυμάμαι χαρακτηριστικά κάθε πρωί να παίρνει τον σούγλο (κουβά) να φέρνει νερό και μετά να απλώνει την μπουγάδα της πενταμελούς μας οικογένειας. Εννοείται πως ύστερα από αυτό τα τσουράπια (κάλτσες) μας ποτέ δεν θα ξεχωρίζαμε. Επίσης, καθάριζε κάθε γωνιά του σπιτιού προσεκτικά με τη λογανιά (σκούπα από αφάνα) ενώ φρόντιζε να έχει έτοιμα τα μούρχουντα (βαθιά πιάτα) με το φαγητό στο τραπέζι μόλις γυρνούσαμε. Επιπλέον, έπρεπε να επιβλέπει τα μικρότερα αδέλφια μου, που είχαν επιδοθεί στις καλικατζαριές και να πιλαλάει(τρέχει) συνέχεια από πίσω τους. Όσον αφορά το διάβασμα τους, ήταν παπαλοι (άχρηστοι) και δεν γνώριζαν μπίτι την προπαίδεια. Εγώ απ’ την άλλη μόλις έκιωνα (τελείωνα) το γεύμα μου, καθόμουν αμέσως χάμου να κάνω τις εργασίες μου και έπειτα να βοηθήσω την μαμά με τις δουλειές του σπιτιού. 
Ορισμένες φορές επισκεπτόμουν και τον παππού ο οποίος έμενε αρκετά κοντά στο σπίτι μας.  Με τον παππού περνούσα πάντοτε εξαιρετικά και θα έλεγα πως κάλυπτε τον χρόνο που δεν αφιέρωναν οι γονείς μου. Βέβαια η αγάπη, οι αξίες, τα πρότυπα συμπεριφοράς που μεταφέρουν οι γονείς είναι αναντικατάστατα. Με την πάροδο των χρόνων εκτίμησα κινήσεις των γονιών μου που ποτέ δεν μπόρεσα να εκτιμήσω στο παρελθόν αφού ήταν δύσκολο να κατανοήσω το έργο αυτόν των ανθρώπων.
Μαρία Ηλίεβα

η γάτα και ... η κατσούλα... (ιστορίες στη ντοπιολαλιά)

Προχθές το απόγευμα συναντήθηκα στην πάνου πλατεία με μία φίλη μου, την Κάτια!
Εγυρίσαμε όλη την Κρέστενα, πήγαμε ολούθε!!
Στην διαδρομή μάλιστα συναντήσαμε και μια κατσούλα...
Η Κάτια την έπιασε και άρχισε να την χαϊδεύει. Μόνο που η γάτα τελικά αποδείχτηκε περισσότερο φοβισμένη και επιθετική απ' ότι περιμέναμε. Με μία απότομη κίνηση της Κάτιας, η γάτα εκνευρίστηκε -ίσως και να τρόμαξε- και την γρατζούνισε, την κορονύχιασε! Τρομάξαμε! Ήταν ανάγκη να βρούμε γρήγορα κάτι, να βάλουμε απάνου στην πληγή της Κάτιας, για να μην μολυνθεί. Το σπίτι της γιαγιάς μου ήταν αρκετά κοντά, οπότε αποφασίσαμε να πάμε εκεί!!
Έτσι πήραμε τον δρόμο για το σπίτι της γιαγιάς μου. Στον δρόμο, παρά τον τραυματισμό της Κάτιας, λέγαμε ένα σωρό αστεία και πάνω στην απροσεξία μου, βρίσκομαι κάτου, φαρδιά πλατιά, με τα γόνατά μου σακατεμένα και
γεμάτα αίμα και την Κάτια από πάνου μου, να έχει ξεραθεί στα γέλια και να μην μπορεί να σταματήσει! Μόλις λοιπόν η Κάτια σταμάτησε να γελάει, σγούβει, με σηκώνει και προχωράμε προς το σπίτι. Όπως περπατάγαμε λοιπόν, συναντάμε μία φίλη της γιαγιάς μου, η οποία μας πιάνει την κουβέντα.
 - Πούθε πάτε τσούπες μου; μας λέει η φίλη της γιαγιάς μου.
 - Στην γιαγιά μου, απαντάω εγώ. 
 - Ντάξει τσούπες μου, τσουπίτσες μου! Να πάτε στο καλό! Καλό δρόμο, μας λέει. 
Αφού έφυγε, εμείς προχωρήσαμε για το σπίτι της γιαγιάς, με το που φτάσαμε και μας βλέπει η γιαγιά μου, που εκείνη την ώρα έπλενε τα πιάτα της και φορούσε την καλή της τη μπροστέλα της, μας αρχίζει την ανάκριση! 
 - Τι έγινε τσούπα μου; Τι πάθατε και οι δύο; μας λέει η γιαγιά μου.
 - Τίποτα γιαγιά... Μην ανησυχείς, Ηρέμησε! Θα σου εξηγήσουμε..., απαντάμε εμείς.
- Πως χτυπήσατε και οι δύο τσούπα μου; Άιντε θα μου πείτε ή θα με σκάσετε; Με το τσιγκέλι θα σας τα βγάζω...;
 - Περίμενε ρε γιαγιά.. Μας πήρες απ' τα μούτρα! Θα σου εξηγήσουμε!!!
 Και αφού της εξηγήσαμε και ηρέμησε, μας καθάρισε τις πληγές μας, μας έβαλε και μπενταντίν και φύγαμε...
Μετά από ένα  δεκάλεπτο περπάτημα, βρήκαμε ένα ωραίο μέρος να κάτσουμε με σκιά.
"Εδωπάλια θα κάτσουμε", μου λέει η Κάτια και καθίσαμε εκεί. Ούλα ήτανε καταπράσινα και καλυμμένα απ' την σκιά. Τότε αρχίσαμε πάλι τα αστεία. Αφού πέρασε κάνα εικοσάλεπτο, χτυπάει το τηλέφωνο της Κάτιας και ήταν η μαμά της, η οποία ρώτησε που είμαστε, για να έρθει να μας πάρει. Εμείς ήμασταν αγνάντι από το παλιό περίπτερο. Σε λίγο ήρθε και μας πήρε  και με άφησαν στο σπίτι μου και αυτοί πήγαν στο δικό τους...

Γαρυφαλλιά Πανταζοπούλου

μια τσούπα απ' την Αθήνα... (ιστορίες στη ντοπιολαλιά)

Σε ένα ορεινό χωριό της Ηλείας, βρίσκεται μία ταξιδιώτισσα από την Αθήνα. Στην προσπάθεια της να βρει έναν αρχαιολογικό χώρο, κάνει μία στάση σε ένα καφενείο του χωριού.
Ταξιδιώτισσα: Καλησπέρα! Θα ήθελα, αν μπορούσατε, να μου πείτε πώς θα μπορούσα να πάω στον ναό της Αθηνάς;
Παππούς 1: Τίνος είσαι εσύ τσούπα μου;
Ταξιδιώτισσα: Ορίστε; Ααα… μια ταξιδιώτισσα είμαι από την Αθήνα.
Παππούς 2: Ααα, πάνω από το αυλάκι είσαι;
Παππούς 3: Τι σε νοιάζει ρε κολέγα από που' ναι το τσουπί;
Παππούς 2: Χανταβούλα ρεεειι!
Παππούς 3: Αστροπή να σε βαρέσει ντάλα μεσημέρι.
Παππούς 1: Θα σας δώσω μια στα χείλα...ταβούλι μετά.
Ταξιδιώτισσα: Εεε, συγγνώμη! Μήπως θα μπορούσατε να μου πείτε το δρόμο;
Παππούς 1: Σταματήστε ρε παραγαλιάρικα! Άκου με τσουπί μου, εδώ χάμου υπάρχει ένας δρόμος. Εκεί θα κάνεις πατ-δεξιά, μετά πατ-αριστερά κι όλου ντουφέκι κι έφτακες!
Ταξιδιώτισσα: Δεν πολύ κατάλαβα, αλλά κάπως θα το βρω. Σας ευχαριστώ πολύ!
Παππούς 1: Τίποτα τσουπί μου, καλό δρόμο!
Παππούς 2: Έτσι να μιλούσες και σε εμάς κι εγώ στον τάφο σου νερό με το κόσκινο.
Παππούς 1: Όοοξω ρεεει, εσύ θα πας πρώτος στην τσούκα...
            Αυτά άκουσε η ταξιδιώτισσα και συνέχισε τον.. λάθος δρόμο της.

                                                                                    Σκούφη Χριστιάννα.

μετά το κουρείο... (ιστορίες στη ντοπιολαλιά)

Μια μέρα, καθώς κατέβαινα από το σχολικό, είπα να περάσω από την γιαγιά μου να την δω. Ήμουν φρεσκοκουρεμένος και πήγα για να μου πει την γνώμη της για το κούρεμά μου. Στο κεφάλι είχα κάνει κάτι ωραίες γραμμές στα πλάγια και τα είχα πάρει(κόψει) πολύ γύρω-γύρω.
Όταν με είδε η γιαγιά μου, μου λέει: «γιάτρα- γιάτρα ο Παναγιώτης ρε παιδιά, καλά παιδάκι μου τι τα θέλουτε τέτοια πράγματα στο κεφάλι σας;» Της λέω: «σιγά ρε γιαγιά, όλα τα παιδιά το κάνουν» και μου απαντάει θυμωμένη: «για σωπάτε ρε… τα παδιά γινήκανε αλήτες!».
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε και ο παππούς μου και μόλις με είδε μου λέει: «Παιδάκι μου πώς εγίνηκες έτσι; ποιος σε κούρεψε; σαν τον Κασιδιάρη έγινες… Εμείς παιδάκι μου, στην ηλικία σου, δεν κάναμε τέτοια… τότε. Καμιά χωριστ
ρούλα μοναχά κάναμε, γιατί έπεφτε ξύλο απ’ τους μεγάλους... Έχουτε γίνει ούλα τώρα… Βλέπεις τον άλλονε με σκουλαρίκια και άλλοι ζωγραφίζουνε απάνου τους χίλια δυο. Σα δε ντρεπόνται; Σάματι έχουμε ξεφύγε…» και του λέω: «Για σώπα ρε παππού, είναι ωραία, είναι της μόδας» και μου λέει: «Ναι, εσάς η μόδα θα σας φάει! Βλέπεις τους άλλους να μουτσουλιώνονται μες τη μέση του δρόμου, μπήτι δε ντρέπονται, μήτε τσίπα… μήτε φιλότιμο! Ου να χαθούνε, να χαθούνε! Έχουνε ξεφτιλίσει την κοινωνία πια!» και κούναγε το κεφάλι σκεφτικός…
«Καλά παππού», του λέω, «εμένα μου αρέσει το κούρεμα! Άσε με τώρα, με νευρίασες. Πάω να διαβάσω!» και μου απαντάει: «Άιντε, τράβα παιδάκι μου και εγώ πάω να ξαπλώσω γιατί εκιώτισα, γιατί έσκιζα κάτι ξύλα».
Παναγιώτης Τσέλος 

χάρβαλο η βρύση... (ιστορία στη ντοπιολαλιά)


Ενώ ετοιμαζόμασταν για το κυριακάτικο τραπέζι, την ώρα που έστρωνα την μεσάλα
στο τραπέζι, βγήκε ταραγμένη η μάνα μου από την κουζίνα με την μπροστέλα της λούτσα.  Η βρύση μας ήταν ένα χάρβαλο και είχε αρχίσει να στάει από καιρό. Προχθές όμως ξεχαρβαλώθηκε εντελώς και έκανε τη μάνα μου παπί, γι’ αυτό ήταν κάργα ταραγμένη και εγώ ήμουν μόνος μου στο σπίτι, καθώς ο αδερφός μου είχε πάει στα ζα. Έτσι φώναξα έναν κολέγα, γι’ να ρθεί να τηνε φτιάξει, επειδή ήξερε λίγα υδραυλικά.  Εκείνος ογράτησε να τηνε φτιάξει μα έκιωσε νωρίς και την είχε κιώσει πριν το μεσημέρι.  Ευτυχώς γιατί δεν άντεχα άλλο. Το μεσημέρι, μετά από τόση κούραση, έφαγα τον αγλέουρα. Και μετά το φαϊ άπλωσα τις αρίδες μου στο τραπεζάκι και άραξα στον καναπέ.
Γιώργος Μπολιάρης

Ανοίξτε τα φτερά σας!


Το μικιό αετόπουλο
Ήταν μια φορά ένα αετόπουλο, καλοφτιαγμένο και όμορφο. Με μεγάλα δυνατά φτερά και τόλμη να κατοπτρίζεται στο αετίσιο του μάτι. Πέρασαν μερικές μέρες που βγήκε από τ’ αβγό, έφαγε όσα καλά τού έφερε η μάνα του, στυλώθηκε και έκανε ν’ ανοίξει τα μεγάλα δυνατά φτερά του να πετάξει.
«Πού βάλθηκες να πας; Τι πας να κάμεις;» έβαλε τσι φωνές ο κύρης του, που τα’ άρεσε να πετά ψηλά με τσ’ άλλους αετούς και δεν είχε καιρό να κάτσει να εκπαιδεύσει το μικρό και αμούστακο ακόμα πουλάκι.
«Άμυαλο πουλί, ακάνιαστο είσαι ακόμα, θα γκρεμοτσακιστείς. Κάτσε εκεί που κάθεσαι, δεν ήρθε ακόμα η ώρα.»
«Πότε θα ’ρθει;» ρώτησε ανυπόμονα το αετόπουλο.
«Άμα μεγαλώσεις λίγο κι αντρωθείς, θα ’ρθει. Μην ανησυχείς, θα το καταλάβεις. Και τότε θα πετάξεις!», του απάντησε βιαστικά ο κύρης του.
«Μ’ αφού και τώρα μπορώ» μουρμούρισε πεισμωμένα το αετόπουλο, αλλά ο κύρης του είχε ήδη πετάξει μακριά και δεν του έδωσε καμιά απάντηση.
Το αετόπουλο έκλεισε τα φτερά του αποθαρρημένο. Περίμενε μια βδομάδα, έφαγε μερικά ερπετά, στυλώθηκε ξανά, και ένα πρωί έκανε και πάλι να ανοίξει τα μεγάλα του φτερά να πετάξει.
«Ίντα κάμεις, καρδούλα μου;» το μάλωσε γλυκά η μάνα του. «Ανίμενε, η υπομονή είναι αρετή. Έχει ο καιρός, είσαι μικιό ακόμα.»
«Μ’ αφού μπορώ» είπε το αετόπουλο.
«Πού βιάζεσαι να πας, μωρέ κουτό; Οι ουρανοί είναι γι’ αυτούς που είναι αμοναχοί και ψάχνουν κάποιον για να συντροφέψουνε. Εσύ έχεις εμένα, κάτσε εδώ πέρα στο κονάκι μας, που θέλω να σ’ έχω για παρέα.»
Έκανε όπως τού είπε η μάνα του και έκατσε.
Δυο βδομάδες αργότερα δοκίμασε πάλι ν’ ανοίξει τα φτερά του την ώρα που ήταν με τη γιαγιά του.
«Μη… Ίντα πας να κάνεις εκειά ετουλόγου σου;» έβαλε τις φωνές η γρα, που φοβόταν μην απομακρυνθεί το εγγόνι της και κακοτύχει.
«Παράτολμο πουλί. Ετσά ξεροκέφαλο που είσαι, κάτι θα σου συμβεί και καλό τέλος δε θα ’χεις».
«Μ’ αφού μπορώ, το ξέρω» είπε απογοητευμένο το αετόπουλο.
«Μείνε καλλιά πάε πέρα, μην έχουμε τρεχάματα. Γροικάς; » το αγριοκοίταξε η γιαγιά του, κι εκείνο έκλεισε τα φτερά του και άρχισε πάλι να μασουλάει τα ποντικάκια του.
Έναν μήνα αργότερα το αετόπουλο καθόταν και ξάνοιγε το γειτονόπουλο να πετάει εδώ κι εκεί και να διασκεδάζει. Έκανε πάλι να ανοίξει τα φτεράκια του, αλλά ήτανε μικρά κι αδύναμα και δυσκολεύονταν να σηκώσουν το βάρος του, ετσά που είχε παχύνει. Το ξάνοιξε το γειτονόπουλο που χτυπιότανε και γκρεμοτσακιζότανε επαέ κι εκειδά στην προσπάθειά του να πετάξει και έβαλε τα γέλια.
«Ίντα πας να κάνεις, βρε μπουνταλά; Δε βλέπεις τα χάλια σου;» το κορόιδεψε.
«Δεν είναι για σένα νέφαλα».
«Μ’ αν προσπαθήσω πολύ, ίσως τσε να τα καταφέρω» μουρμούρισε με την ελπίδα ακόμα ζωντανή το αετόπουλο.
«Κάτσε εκειδά που κάθεσαι, ανόητε, που θες τσε να ξεκορφίσεις» του έκοψε τη φόρα γελώντας ειρωνικά το γειτονόπουλο.
Δυο μήνες αργότερα το μικρό αετόπουλο είχε γενεί κανονικός αετός. Ήταν παχύς και δύσκαμπτος, με δυο μικρά ατροφικά φτεράκια στη ράχη του, που δεν είχαν ποτέ ανοίξει. Δε μπορούσε να πετάξει. Ο κύρης του ήταν θυμωμένος με την κατάντια του, η μάνα του ντρεπόταν για κείνο, η γρα του είχε πεθάνει με το παράπονό του και όλοι οι άλλοι αετοί της ηλικίας του απέφευγαν τη συναναστροφή μαζί του. Όλοι αυτοί που κάποτε το είχαν αποτρέψει να ανοίξει τα φτερά του και να πετάξει, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, τώρα το περιφρονούσαν. Ήταν μόνο και δυστυχισμένο. Δεν κατάφερε ποτέ να πετάξει.
Κι όμως μπορούσε.
Στην περίπτωσή μας δεν ήταν η υπομονή αρετή.
Αρετή είναι η πίστη στον εαυτό σου! Αρετή είναι η εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου!
 Το αετόπουλο είχε πολλή υπομονή απέναντι στους άλλους και ελάχιστη πίστη στον εαυτό του.
Κι έτσι δεν πέταξε ποτέ…
Έχετε πίστη στον εαυτό σας, ωρέ ανοίξτε τα φτερά σας και μη φοβάστε τίποτα.
Όλα θα πάνε καλά!

Ελένη Ασημακοπούλου

σα βγεις στη βεργάτα... (ιστορίες στη ντοπιολαλιά)


Ο χρόνος που βρισκόμαστε φανταστείτε πως είναι μόλις λίγα χρόνια μετά την λήξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια εντελώς διαφορετική Ελλάδα που προσπαθεί να σταθεί ξανά στα πόδια της. Οι άνθρωποι που μένουν στις πόλεις αρχίζουν και διασκορπίζονται σε διάφορα χωριά, εφόσον δεν μπορούν να ζήσουν εκεί εξαιτίας της πείνας. Οι κάτοικοι των χωριών έχουν περισσότερα αγαθά από τα χωράφια και έτσι ζουν καλύτερα. Ο τόπος είναι ένα μικρό χωριό στο νομό Ηλείας.
Είναι μόλις αχάραγα και η απογειάδα που τρυπώνει από το παράθυρο ξυπνάει τον Αλέξη αργά και ήρεμα. Σηκώνεται και αφού νίβει το πρόσωπό του, ντύνεται και πάει να ετοιμάσει λίγο πρωινό. Πήρε ένα βατσέλι ελιές για το κάθε πιάτο και με την αγγλιά έπιασε λίγο λάδι από το λυμπί, για να το φάνε με λίγο ξερό ψωμί. Βλέπετε η μητέρα του έπρεπε να προσέχει τον πατέρα του, επειδή ήταν άρρωστος. Βέβαια, είχε αναζουπίσει από εψές, αλλά δεν είχε ανάκαρο να σηκωθεί, οπότε ο Αλέξης φορτώθηκε και τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν.
Μόλις τελείωσε το πρωινό, βγήκε έξω, για να αρχίσει τις δουλειές του. Ο τόπος ήταν γεμάτος ασπρόπαγο, γιατί ήταν χειμώνας. Ο Αλέξης πότισε πρόχειρα τα βούκιθρα και έπειτα ξεκίνησε να πάει στον αγρό. Στον δρόμο έκατσε λίγο στο καφενείο να μιλήσει με γνωστούς του. Έπιναν τον πρωινό καφέ τους και συζητούσαν για τις σοδιές, τα προβλήματά τους και πολλά ακόμα. Έντεξε όμως κάποια στιγμή και είδε τον κολέγα του τον Χρήστο να κατηφορίζει. Αφού ιδωθήκανε και κουβέντιασαν λίγο, αποφάσισαν να κάνουν μαζί τις δουλειές του Αλέξη.
Όταν έφτασαν στον στάβλο, πήρε ο Αλέξης το ξυστρί ώστε να χτενίσει το άλογο (βλέπετε, είχε ένα ωραίο, καρδαμωμένο άλογο, το οποίο ήταν Καράς και το είχαν ονομάσει Βασίλη), ενώ ο Χρήστος πήρε τη σαρωματιά και άρχισε να σαρώνει τις σκατζίλες του αλόγου. Όταν τελείωσαν με αυτό, πήγαν να αρμέξουν τις προβατίνες. Μάλιστα, είχε πρόσφατα γεννήσει μια προβατίνα και γι' αυτό την άρμεξαν πρώτα για να φτιάξουν κορκοφύγγι με την κολόστρα της. Έπειτα τα αμόλησαν λίγο έξω μέχρι το γιόμα και τα ξαναέκλεισαν, ώστε να συνεχίσουν τις δουλειές τους. Επίσης, πήραν λίγο αραποσίτι από ένα κάθηκο και πρόσθεσαν αλεσμένη βρώμη και νερό, για να αβγατίσει και να κρατήσει μέχρι την άλλη μέρα. Ύστερα άρπαξαν και οι δύο από ένα γαρδίκι και άρχισαν να αυλακώνουν τους μπαξέδες. Βέβαια ο Αλέξης είχε περιποιημένους μπαξέδες με κοκκάρια, μαρούλια, παντζάρια, φασόλια και άλλα πολλά. Έπειτα έριξαν μπόλικο νερό στον πότη, αλλά πριν γίνει αυτό, φρόντισαν να έχουν ξεριζώσει και κάθε είδος ζιζανίου που είχε φυτρώσει όπως αβέλιουρες, τζοχιές, μουχρίτσες κ.α.
Μετά από τόση δουλειά βέβαια είχαν γκανιάξει και γι' αυτό αποφάσισαν να κάνουν ένα διάλειμμα. Έτσι και έγινε. Πήγαν στον πιο κοντινό άμπουλα για να ξεδιψάσουν. Μετέπειτα ανέβηκαν στην βεργάτα και ευτυχώς έλειπε ο αγροφύλακας και ήταν ελεύθεροι να κάτσουν. Έπεσαν τέμπλα στο γρασίδι και χάζευαν μια τα σύννεφα, μια όλη την περιοχή που φαινόταν.
Είχε πλέον απογευματιάσει. Τα αγόρια σηκώθηκαν και πήγαν στον αγρό ξανά. Τώρα, πήραν τα λουμπούσια μέσα σε ένα καροτσίνι και αφού τα πέταξαν όλα σε μια άκρη, τους έβαλαν φωτιά. Ενώ κόντευαν να καούν όλα, ξαφνικά "πιάνει" ένας δρόλαπας που κάνει τα παιδιά να τρεμουλιάσουν ελαφρά. Πήραν ότι πράγματα χρειαζόντουσαν για το σπίτι, όπως την κολόστρα, αυγά από τις κότες και μερικά λαχανικά για να φάνε. Μέχρι να πάνε σπίτι βράδιασε και αφού έφτασαν ο δρόλαπας δυνάμωσε και "έπιασε" μαζί και ένα κουκουτσάλι δυνατό. Ο Αλέξης με τον Χρήστο έφυγαν αλιπόδι για τον στάβλο, για να αχερίσουν το άλογο και επιτέλους να μαζευτούν στα σπίτια τους. Αφού το φρόντισαν και ηρέμησε λίγο η βροχή, αποχαιρετήθηκαν και πήρε ο καθένας τον δρόμο για το σπίτι του. Τέλος για αυτή τη μέρα, έφαγε καλά και έπεσε να ξεκουραστεί μετά από τόση δουλειά. Εξάλλου την επόμενη μέρα ήταν παραμονή Χριστουγέννων, ποιός ξέρει τι θα τον περίμενε...

Δημήτρης Νάνος
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
Αβγατάω: Μεγαλώνω, αυξάνομαι
Αγγλιά: Το ειδικό μεταλλικό δοχείο που χρησιμοποιούσαν στα παλιά λιτρουβιά για να πιάνουν το παραγόμενο λάδι.
Αλιπόδι: γρήγορο τρέξιμο
Άμπουλας: φυσική πηγή νερού, που αναβλύζει ασταμάτητα.
Αναζούπισα: ανάρρωσα, ύστερα από βαριά αρρώστια.
Ανάκαρο: κουράγιο, σωματική αντοχή. 
Απογειάδα: Το αεράκι του πρωινού.
Ασπρόπαγος: Το λεπτό στρώμα πάγου που πιάνουν τα χόρτα τον χειμώνα.
Αχάραγα: Λίγο πριν χαράξει η μέρα.
Αχερίζω: ρίχνω άχυρα στο παχνί το βράδυ πριν πέσω για ύπνο.
Βατσέλι: μονάδα χωρητικότητας καρπών.
Βεργάτα: ύψωμα-μικρός λόφος, απ' όπου μπορείς να δεις ολόκληρη τη γύρω περιοχή σε μεγάλο βάθος. Εκεί παλιά καθόταν ο αγροφύλακας για να προσέχει μήπως κάποιο αδέσποτο καταστρέψει σπαρτά αλλά και για κάποια κλεψιά.
Βούκιθρο: είδος θάμνου που βγάζει μικρά ροζ λουλουδάκια.
Γαρδίκι: στενή αξίνα, βολική για τους μπαξέδες.
Γιόμα: μεσημέρι
Γκανιάζω: Ξεραίνεται ο λαιμός μου από δίψα.
Δρόλαπας: ψιλή βροχούλα με κρύο σιγανό αεράκι.
Έντεξε: έτυχε.
Κάθηκο: μικρό δοχείο.
Καράς: μαύρο άλογο.
Κοκκάρι: ψιλό κρεμμύδι.
Κολέγας: ο φίλος
Κουκουτσάλι: χαλάζι
Κολόστρα: το πρώτο γάλα μετά τη γέννα της προβατίνας ή της γίδας.
Λουμπούσι: το κοτσάνι που μένει από το "ντρουμπούκι" του αραποσιτιού όταν αφαιρεθεί ο καρπός.
Ξυστρί: σιδερένια σχάρα, για το καθάρισμα και το χτένισμα του τριχώματος των αλόγων.
Πότης: κεντρικό αυλάκι για το πότισμα των μπαξέδων.
Σαρωματιά: η σκούπα
Τέμπλα: έπεσα κάτω "ξερός".